Μοντέλο Επιδόσεων και ελπίδες για επιτυχία στην Ιταλία

Η Ιταλία είναι μία από τις κύριες χώρες άφιξης των μεταναστευτικών διαδρομών, ωστόσο το σύστημα υποδοχής της είναι ένα από τα πιο σύνθετα στην Ευρώπη: αποτέλεσμα δεκαετιών αντιφατικής νομοθεσίας, που διαστρωματώθηκε με την πάροδο του χρόνου χωρίς να εξομαλύνει τις στρεβλώσεις της, η οποία έχει ομαλοποιηθεί και έχει δημιουργήσει οριστικές δομές όπως το CAS (Centri di Accoglienza Straordinaria - Έκτακτα Κέντρα Υποδοχής), που δημιουργήθηκε μετά τις «επείγουσες αφίξεις» του 2015, και του οποίου η υπερβολική γραφειοκρατία προκαλεί καθυστερήσεις στην απόκτηση εγγράφων καθώς και συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών υπηρεσιών.



Ωστόσο , σε αυτό το γενικό χάος, υπάρχει μία πολύ σαφής σκέψη που κινείται σιωπηλά κάτω από την κεντρική υποδομή του συστήματος : Το θέμα της επίδοσης . Οι ελπίδες για επιτυχία όσων φτάνουν στην Ιταλία αφήνοντας πίσω τους τόσο μεγάλο κομμάτι της ζωής τους, εξαρτώνται από το πως θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στην ικανότητα ένταξης, δηλαδή πόσο αξιόλογη θα είναι η προσπάθειά τους να ακολουθήσουν το μοντέλο του υποδειγματικού μετανάστη. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το σύστημα SPRAR (Sistema di Protezione per Richiedenti Asilo e Riaway - Σύστημα προστασίας των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων), το δεύτερο καταφύγιο που συναντά ένας αιτών άσυλο μετά το πρώτο κέντρο υποδοχής. Όπως μας είπε ένας υπάλληλος της SPRAR :

«Το έργο SPRAR ξεκινά από μια λογική επιδόσεων. Αυτό σημαίνει ότι η άδεια παραμονής κάποιου παρατείνεται αν αποδείξει ότι ακολουθεί την κυρίαρχη λογική του νοήματος της ενσωμάτωσης. Δηλαδή, αν μπορεί να μάθει κανείς ιταλικά αρκετά γρήγορα, μέσα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, αν μπορεί να συμμετάσχει και να παρακολουθήσει ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα, αν μπορεί να κάνει πρακτική άσκηση, και στη συνέχεια να βρει μια δουλειά, και ένα σπίτι από μόνος του, επειδή το σύστημα δεν σε βοηθάει. Όλοι οι άλλοι [...] θεωρούνται κατάλοιπα αποβλήτων. Ίσως επειδή είναι αναλφάβητοι εξαρχής , δεν μπορούν να μάθουν καλά Ιταλικά».


Υπάρχουν κάποιοι που καταφέρουν να ακολουθήσουν αυτό το μοντέλο. Ένας νεαρός πρόσφυγας που κατέφθασε από τη Γουινέα μέσω Λιβύης και διέσχισε τη Μεσόγειο επιβεβαιώνει κατά κάποιον τρόπο αυτή την άποψη του συστήματος υποδοχής, και μας αφηγείται ένα επιτυχημένο σχέδιο -το γεγονός ότι είχε ήδη πραγματοποιήσει κάποιες σπουδές στη χώρα από την οποία ξεκίνησε βοήθησε στην επιτυχία αυτή- που τον οδήγησε να προσεγγίσει τον ακτιβισμό για τα δικαιώματα των μεταναστών και να βρει δουλειά σε μια μεγάλη εταιρεία:


«Όταν έφτασα εδώ ήμουν, κατά κάποιο τρόπο, σαν ένα μωρό, γιατί συνειδητοποίησα ότι όλα όσα είχα κάνει στην Αφρική δεν άξιζαν πλέον τίποτα. Είχα κατάθλιψη στην αρχή […] άρχισα να αναρρώνω , πάνω-κάτω , με αργούς ρυθμούς. Και είπα στον φίλο μου : «Πήγαινέ με όπου μπορώ να βρω δουλειά, θέλω να δουλέψω». Πήγα στο κέντρο υποδοχής. Η κυρία με ρώτησε τι μπορώ να κάνω στη ζωή και είπα, "μπορώ να κάνω τα πάντα!" [γελάει] Και η κυρία είπε, "Όχι, δεν μπορείς να έρθεις στην Ιταλία και να λες ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα! Όποιος ξέρει να κάνει τα πάντα σημαίνει ότι δεν ξέρει να κάνει τίποτα!" Φυσικά, έχετε δίκιο... Το ξέρετε ότι αυτή η λέξη μου έδωσε μεγάλη δύναμη; Εκείνη την ημέρα σκέφτηκα... Είπα... Αυτή εδώ η κυρία ... και δεν είναι ρατσιστικό το θέμα, μου είπε την αλήθεια. Αν πρέπει να δουλέψω, πρέπει να ξέρω να κάνω κάτι. Ξεκίνησα να σπουδάζω για να μάθω τη γλώσσα, εκπαιδεύτηκα σε διάφορα πράγματα...Τώρα δουλεύω για την Telecom".


Παραδείγματα όπως αυτό δείχνουν πώς είναι δυνατόν να τηρηθεί το μοντέλο επιδόσεων της ενσωμάτωσης. Ωστόσο, δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν πλήρως σε αυτό όλοι οι άνθρωποι που ελπίζουν να έρθουν στην Ευρώπη. Πρόκειται για άτομα με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης (ή καθόλου εκπαίδευση), άτομα τα οποία δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο ιταλικό πλαίσιο, άτομα των οποίων τα σχέδια ζωής προορίζονταν για άλλους ευρωπαϊκούς προορισμούς και τα οποία έχουν "κολλήσει" στην Ιταλία - εξαιτίας του συστήματος του Δουβλίνου, στο οποίο προκειμένου να ζητήσει κανείς άσυλο ή ανθρωπιστική προστασία, είναι απαραίτητο να καταθέσει δακτυλικά αποτυπώματα και να καταστήσει τον εαυτό του αναγνωρίσιμο στη χώρα της πρώτης άφιξης του - με έγγραφα τα οποία ισχύουν ούτως ή άλλως μόνο για τη χώρα στην οποία υποβλήθηκε η αίτηση - ή πρόκειται για άτομα που έχουν υποστεί τόσα πολλά τραύματα και παρενοχλήσεις κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους που δεν μπορούν πλέον να επωμιστούν το ψυχολογικό βάρος.


Τί ελπίδα υπάρχει για όσους δεν εμπίπτουν σε αυτό το μοντέλο ;




Το άρθρο γράφτηκε από την Lapsus.

Φωτογραφία [2Ni] - Unsplash.